19 Ιουλ. 2010, 06:00

laiko museio

Το Σεπτέμβριο του 1974, τρείς περίπου εβδομάδες μετά τη δεύτερη φάση της εισβολής, σε μια Κύπρο που ακόμα δεν είχε συνέλθει από τον Αττίλα, που καθημερινά ακούγονταν αδέσποτες σφαίρες να σφυρίζουν στον αέρα και που τα όρια ανάμεσα στα κατεχομένα και τις ελεύθερες περιοχές ήταν δυσδιάκριτα, μια μικρή συμβολική κίνηση ενός ζωγράφου, έμελλε να δώσει θάρρος στους κατοίκους της εντός των τειχών μοιρασμένης Λευκωσίας:

Ο τότε διευθυντής του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Αδαμάντιος Διαμαντής, πήρε τα κλειδιά και αποφάσισε να επαναλειτουργήσει το Μουσείο του.

Όμως, εκτός από την ανασφάλεια του πολέμου και το φόβο που υπήρχε στην περιοχή, ο Διαμαντής έπρεπε να αντιμετωπίσει ακόμη ένα μεγάλο πρόβλημα: το μεσαιωνικό κτίριο της παλαιάς Αρχιεπισκοπής που μέχρι και σήμερα στεγάζει το Μουσείο,ήταν άδειο. Τις μέρες του πολέμου, το τμήμα αρχαιοτήτων είχε προνοήσει για λόγους ασφαλείας να μετακινήσει και να αποθηκεύσει όλα τα εκθέματα, ώστε να μην καταστρέφονταν από τους βομβαρδισμούς.

Τι θα έκανε, λοιπόν, ο Διαμαντής μόνος του σε ένα άδειο Μουσείο; Τι νόημα θα είχε η πρόωρη επαναλειτουργία του Μουσείου από τη στιγμή που ο χώρος χωρίς εκθέματα έπαυε να είναι... Μουσείο;

Ένας παλιός ξύλινος αργαλιός που το τμήμα αρχαιοτήτων τις μέρες του πολέμου δυσκολεύτηκε να μετακινήσει, ήταν η μόνη του ελπίδα.

Έτσι, ο Διαμαντής, ζήτησε από μια γιαγιά της περιοχής να έρχεται καθημερινα στο Μουσείο και να υφαίνει, ώστε ο χώρος να αποκτήσει ξανά -μια έστω υποτυπώδη- ζωή. Η γιαγιά, δεν του το αρνήθηκε. Για αρκετά μεγάλο διάστημα, τήρησε την υπόσχεσή της και καθόταν στον αργαλιό, μέσα σε ένα άδειο χώρο, παρέα σε ένα τραγικό αλλά θαρραλέο Διευθυντή του πιο κενού Μουσείου στον κόσμο.

Ένα Μουσείο, που μπορεί να μην είχε εκθέματα, αλλά ήταν γεμάτο από συμβολισμούς, μνήμες και αισθήματα. Ένα νεκρό Μουσείο, που έδινε ζωή σε μια βαριά τραυματισμένη πόλη. 



Η γιαγιά, σαν μια άλλη Πηνελόπη, να περιμένει και να κάνει υπομονή. Να μην υπολογίζει τους κινδύνους. Να επιμένει. Να μη φοβάται. Και σιωπηρά, να δίνει θάρρος με μόνη δύναμη τον αργαλιό της.

Εκείνο τον τρομακτικό Σεπτέμβρη, ο ήχος του αργαλιού που δούλευε η γιαγιά στην επικίνδυνη εκείνη περιοχή της πόλης, ήταν μια ηχηρή απάντηση της θέλησης ενός λαού να επιβιώσει κόντρα στις δυσκολίες.
Πόσο μεγαλείο έχουν τελικά μερικές απλές -αλλά όχι δεδομένες- πράξεις!

υγ.: Η γιαγιά εμφανίζεται και στην ταινία του Κακογιάννη "Κύπρος 1974", που γυρίστηκε περίπου εκείνη την εποχή. Υφαίνει στον αργαλιό του Μουσείου και με απλά και άμεσα λόγια λέει τις σκέψεις της.

Χωρίς Σχόλια - Πες την αποψη σου

Απαντηση